σαράντα

 άκλ., απόλυτο αριθμητικό.
————————
τα
1. το 40ό έτος της ηλικίας: Πάτησε τα σαράντα.
2. μνημόσυνο που γίνεται σαράντα μέρες ύστερα από το θάνατο κάποιου: Έχουν τα σαράντα του πατέρα τους σήμερα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σαράντα — ΝΜ άκλ. (απόλ. αριθμτ.) 1. ο αριθμός που δηλώνει τέσσερεις δεκάδες, τεσσαράκοντα («σαράντα παλληκάρια από τη Λεβαδιά», δημ. τραγούδι) 2. (με άρθρ. ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα σαράντα α) το τεσσαρακοστό έτος τής ηλικίας («μπαίνω στα σαράντα») β) η… …   Dictionary of Greek

  • σαράντα — [саранда] αριθμ. άχλ. сорок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Σαράντα μάρτυρες — Στρατιώτες του ίδιου τάγματος που βρισκόταν στη Σεβάστεια την εποχή του αυτοκράτορα Λικίνιου (307 323). Ο ηγεμόνας Αγρικόλας, ύστερα από διαταγή του αυτοκράτορα, διάταξε τους στρατιώτες να θυσιάσουν στα είδωλα. Από αυτούς μόνο σαράντα δήλωσαν ότι …   Dictionary of Greek

  • Άγιοι Σαράντα — (αλβ. Sarande). Πόλη (35.235 κάτ.) και λιμάνι της Αλβανίας στο Ιόνιο πέλαγος, ΒΑ της εξόδου του βόρειου Στενού της Κέρκυρας. Η πόλη βρίσκεται στην ίδια θέση με την αρχαία Ογχησμό που έφτασε σε μεγάλη ακμή κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους και υπήρξε το …   Dictionary of Greek

  • σαραντίζω — Ν [σαράντα] (αμτβ.) 1. συμπληρώνω σαράντα χρόνια, σαρανταρίζω, («σαράντισε ο μεγάλος γιος του») 2. (για λεχώνα) συμπληρώνω σαράντα ημέρες από την ημέρα τού τοκετού, οπότε και παίρνω ευχή καθαρισμού από τον ιερέα 3. (για βρέφος) συμπληρώνω σαράντα …   Dictionary of Greek

  • Liste griechischer Phrasen/Kappa — Kappa Inhaltsverzeichnis 1 Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· …   Deutsch Wikipedia

  • Names of European cities in different languages: I–L — v · d · …   Wikipedia

  • τεσσαρακοστός — ή, ό / τεσσαρακοστός, ή, όν, ΝΜΑ, και δωρ. τ. τετρωκοστός, ά, όν και ιων. τ. θηλ. τετρηκοστή Α (τακτικό αριθμτ.) 1. αυτός που σε μια σειρά ή τάξη καταλαμβάνει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό σαράντα (α. «αποφοίτησε τεσσαρακοστός» β. «καὶ… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.